
Αποσπάσματα από το μυθιστόρημα:
1.
Όταν ο περιηγητής γύρισε στη Κόρντομπα είδε πως αυτό που βιαζόταν να πέσει στη καρδιά του ήταν η φλόγα του έρωτα και παίρνοντάς το ως ένα μυστικό της μοίρας το έσφιξε στο στήθος του. Γνώριζε πως δεν μπορούσε να αποφύγει τον έρωτα. Είχε πάρει μαθήματα επί τούτου για τέσσερα χρόνια από την ηλικιωμένη γυναίκα. Όταν είχε πρωτοπέσει στη ψυχή του ο πόνος του έρωτα είχε πορευτεί προς τη Δαμασκό, εκεί είχε δει πως βυθιζόταν όλο και βαθύτερα μέσα του και μεγάλωνε το στεφάνι αυτό που τον είχε περιτυλίξει, και παρόλο που δυσκολευόταν να το κουβαλήσει, είχε καταλάβει πως η μόνη λύση ήταν να υποκύψει όπως ακριβώς τον είχε συμβουλέψει για τελευταία φορά η Ηλικιωμένη γυναίκα. Είχε ερωτευτεί αλλά δεν ήξερε ποιά είχε ερωτευτεί. Οι πρώτες αράδες που είχε στάξει στο χαρτί η φωτιά που είχε στη καρδιά του περιείχαν τη σαστιμάρα και τον ενθουσιασμό αυτού του έρωτα. «Ερωτεύτηκα μια γυναίκα που δεν ξέρω από που προέρχεται η αγάπη της», έλεγε, «ποιά είναι αυτή που λέω, δεν ξέρω, ούτε καν αυτό δεν ξέρω. Έχω σαστίσει, μ’έχουν απορροφήσει οι σκέψεις. Είμαι αποσβολωμένος, έκπληκτος. Αφού έκανα είκοσι φορές το γύρο της Καάμπα* το συνειδητοποίησα, εξέφρασα τον έρωτα που είχε αγκαλιάσει το μυστικό μου. Ποιάν αγαπούσα, δε γνώριζα, δεν ήξερα καν τ’όνομά της». Ο πόνος του πρώτου έρωτα είχε παρασύρει τον Περιηγητή προς τη κοιλάδα της κατάπληξης. Αφού έμεινε εδώ για κάποιο διάστημα, κίνησε προς μια άλλη κοιλάδα που τον παρέσυρε η κατάπληξη, το νόστο. Ποιά ήταν αυτή που του έσφιγγε το στήθος, δεν ήξερε. Μέχρι να σηκώσει το κάλυμμα και να δείξει το πρόσωπό της, τη νύχτα, το πρόσωπό της που ήταν σα το σύννεφο που γύαλιζε στο φως της πανσελήνου, ρώτησε τους πάντες, «ποιά είναι αυτή;» Με αφελή τρόπο του απάντησαν, με μια αγνή πρόθεση εκ καρδίας, «είναι η καρδιά». «Ο Αλλάχ είναι ο μεγαλύτερος», είπε για κείνη γεμάτος έρωτα, «ξεπέρασε ακόμη και τη νύχτα της ευγνωμοσύνης, η νύχτα που πέρασα μαζί της». Όταν είχε πρωτοέρθει στη Δαμασκό, μια πνευματική ηδονή τον είχε κυριεύσει. Κατά τη διάρκεια μιας θεϊκής κατάστασης που κρατούσε πολύ, ένιωσε μια άγνωστη, μεγάλη έλξη που όλο και περισσότερο διαμορφωνόταν στη ψυχή του. Κατόπιν αυτής της κατάστασης είπε το εξής: «αγάπη μου, κάτω από την επιρροή του έρωτα που νιώθω για σένα λέω το λόγο εκείνου στον οποίον η αγαπημένη του είπε: «πές μου». Όταν είχε μπει στη Δαμασκό, είχε μπερδευτεί, δεν είχε δει άλλον ερωτευμένο που να έχει εναν έρωτα σαν τον δικό του. Με ποιά ήταν ερωτευμένος; Με τον Δημιουργό ή με κάποια σαν και τον ίδιο; Δεν έρχονται λόγια σχετικά με αυτήν στ’αυτιά του. Διερωτήθηκε: «Άραγε είπε κανένας άλλος πριν από μένα τέτοια κουβέντα; Γύρισα τις πόλεις της, στην Ανατολή, στη Δύση, με την ελπίδα ότι ίσως τη βρω. Τότε μία μόνο αγαπημένη είδα. Έπρεπε να την ακολουθήσω ως σκιά. Αλλάχ μου, είπα, η καρδιά μου γέμισε με έρωτα. Κοιτάξτε την κατάστασή μου, δεν ξέρω τι να κάνω. Ο κήρυκας του έρωτα με κάλεσε εκείνη τη στιγμή, «Εϊ κακομοίρη, έχεις πέσει στη θάλασσα της άγνοιας. Γι’αυτό έλα κι άκου, άκου το λόγο μου, μάθε τα μυστικά της γνώσης. Διότι εγώ κατέχω αναρίθμητες γνώσεις, κι ακόμη παραπάνω, είμαι άνδρας της αρετής. Εάν φτάσεις σε μένα και μάθεις κάποιες απ’αυτές, τότε θα σου φανερωθεί ένα πολύ ωραίο καρέ. Απολύτως αρμονικό με την ένωση και τον χωρισμό που υπάρχει εκεί, είναι σαν το όνομα του Αλλάχ όλοϊδιο το όνομά του, στο πραγματικό του πρόσωπο έχει δημιουργηθεί το όνομα της αγαπημένης μου. Αυτό λοιπόν είναι τ’όνομα της αγαπημένης, κι ας μην ξέρεις εσύ τίποτε άλλο από το να πολλαπλασιάζεις επί τρία το καρέ που τα περιέχει όλα. Διότι η τριάδα του σημαίνει ναός, σημαίνει ιερό βιβλίο. Έχει μια τέτοια ομορφιά που αποτελεί απόδειξη για τη φτώχεια μου. Εκείνη είναι ένας ναός για μένα, για την ύπαρξη της ύπαρξής μου. Ο ναός έχει δύο υπάρξεις, ο ένας είναι ο Ύψιστος, η άλλη είναι η ουσία μου, για τη καλοσύνη και την αυταπάρνηση. Η πρώτη απ’αυτές έχει επτά γράμματα που υπερβαίνουν όλα τα υπόλοιπα». Ενώ ήταν σ’αυτή την κατάσταση ο Περιηγητής είδε πως αυτός που του ενέπνεε αυτές τις γραμμές ήταν Εκείνος. Με ένα όνομα που δεν είχε ακούσει ποτέ, με ένα όνομα που άκουγε μόνο εκείνη τη στιγμή που ήταν σ’αυτή τη πνευματική κατάσταση, φώναξε: «Γεράκι των οίκων». Ρώτησε το νόημα του ονόματός του. «Το άτομο το σπίτι του οποίου φυλάσσεται» σημαίνει, ήρθε η φωνή της έμπνευσης. Μίλησε επί μακράν γι’αυτό το θέμα στο τμήμα σχετικά με τον έρωτα στους Προφήτες της Μέκκας. «Εσένα», έλεγε, «σε κράτησα στο σπίτι μου για να πάρει σχήμα η μορφή μου. Εσένα μνημονεύω, Εσένα που παίρνεις μορφή σε μένα. Τα μάτια μου δεν κοίταξαν κανέναν τόσο ώριμο όσο εσύ. Κανένα μάτι δεν κοίταξε μια ύπαρξη σαν Εσένα. Από άποψη δυνατοτήτων δεν υπάρχει κανένας τόσο αψεγάδιαστος όσο Εσύ. Μας έφερες αναρίθμητες αποδείξεις σχετικά μ’αυτό το θέμα, όποια ωριμότητα κι αν είναι, πάντα το δικό Σου όνομα αναφέρεται, όποια παρουσία υπάρχει, από τη δική Σου παρουσία είναι μόνο. Το πίστεψα ολόψυχα αυτό, εάν υπήρχε πιο αψεγάδιαστος από Εσένα σ’αυτό τον κόσμο των δυνατοτήτων, αναμφίβολα θα είχα μια ατελή ύπαρξη εγώ. Δεν έχει έρθει άλλη τόσο τέλεια ύπαρξη σαν κι εμένα στον κόσμο. Διότι στο πρόσωπο της δικής μου ύπαρξης πήρες μορφή Εσύ». Μια άλλη ημέρα είπε το εξής: «Τρέξε, βιάσου, για να κατακτήσεις ξανά αυτό που γλυστρά και φεύγει από τη ζωή σου. Τρέξε, βιάσου, για να πάρεις ως εφόδιο Εκείνον μαζί στο ταξίδι σου. Κάλεσε τον με αγάπη, τελευταία ευχή της καρδιάς μου, το μυστήριο και το νόημα πόσο παθιασμένα είναι με την είδηση που έρχεται από Εσένα. Το ξέρεις Ύψιστε, δεν χορταίνω να Σε κοιτάζω, όταν Σε βλέπω, όταν βλέπω Εσένα που έχεις δημιουργήσει την ύπαρξη. Αν δεν υπήρχε το κενό και η άρνηση όλων όσων Σου μοιάζουν, εάν δεν καίγονταν όλα όσα έρχονται από τη Θωριά σου, δεν θα είχα άλλη επιθυμία από το να θέλω να Σε βλέπω. Δεν θα διάβαζα κανένα κείμενο που δεν Σε αναφέρει. Δεν θα κοιτούσα κανένα πρόσωπο που δεν μιλάει για Εσένα. Δεν θα έμπαινα σε κανέναν δρόμο που δεν οδηγεί σε Εσένα. Ζητάω από Εσένα, Αγαπημένε που δεν έχεις άλλον όμοιο, ζητάω αυτό που με εξουσιάζει μέσω της δύναμής σου. Όλα είναι από Εσένα, και μου το είπες άλλωστε, η ατυχία μου είναι να δω τη μοίρα μου, ποιός μπορεί να παραστρατήσει από το γραφτό σου;» Όταν επέστρεφε από τη Δαμασκό, η φωτιά που είχα στα σωθικά του είχε δυναμώσει για τα καλά, είχε περιστοιχίσει ολόκληρη την ύπαρξη του Περιηγητή.Όσο περισσότερο έκαιγε, τόσο περισσότερο έλαμπε.Κάθε αντικείμενο που κοίταζε, του έλεγε: «μη με δοκιμάσεις πια». Όταν γύρισε στο σπίτι, ο πατέρας του ξεχώρισε την κατάσταση και του διηγήθηκε μια ιστορία που έζησε. Μια μέρα είχε δει έναν κυνηγό στο δάσος, ο οποίος ακολουθούσε ένα θηλυκό περιστέρι. Ξαφνικά εμφανίστηκε το ταίρι του περιστεριού. Κοίταξε το θηλυκό του. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο κυνηγός χτύπησε το θηλυκό περιστέρι. Το αρσενικό περιστέρι τριγύρισε απελπισμένο γύρω της και άρχισε να απογειώνεται. Απογειώθηκε τόσο πολύ που χάθηκε τελείως. Μετά φάνηκε ένα σημάδι εκεί που είχε χαθεί, ήταν το αρσενικό περιστέρι. Είχε ανέβει όσο ψηλότερα μπορούσε και κλείνοντας τα φτερά του είχε κατεβάσει το κεφάλι προς τη γη και είχε αφεθεί τσιρίζοντας. Είχε καρφωθεί στη γη και είχε διαλυθεί τελείως».
χτυπήστε εδώ...
* Kabe, ο ιερός τόπος προσκυνήματος των Μουσουλμάνων.
|